Έβαλε μου η ζωή ένα άλυσο στο λαιμό τζαι τραβά με όπου θέλει. Συνέχεια βουρά με μανία. Πιο γλήορα, πιο γλήορα...Τραβά με μες τον κόσμο τον μαυρόασπρο τζαι την ομίχλη, μες τους καπνούς τζαι στες λάντες. Εδέχτηκα να με έσιει με το έτσι θέλω με μιά θηλιά, τζαι όποτε κάμνω να σταματήσω, όποτε τρίφω τες φτέρνες μου μες τες λάσπες τζαι τον άσφαλτο για να σταματήσω την κλεψύδρα του χρόνου, να με τραβά τζαι να μου σφίγγει τον τσάρουκα, να μου κόφκει την αναπνοή μέχρι να μελανιάσω, να μου αφήνει αιματώματα με τα δακτυλίθκια της στο σώμα.
Μερικές φορές γινούμαστε τζαι «φίλοι», όπως βουρά μπροστά τζαι τραβά με, πάω τζαι βουρώ δίπλα της, τζαι χαλαρώνει για λίο η θηλιά. Νομίζει πως την εδέχτηκα, πως εδέχτηκα τον ρυθμό της τον έξαλλο τζαι την χαλασμένη της πυξίδα τζαι γυρίζει να μου χαμογελάσει, να με ενθαρρύνει.
Κάμνει λάθος όμως. Είμαι δίπλα της για να καταφέρω έστω τζαι μια φορά, να χαλαρώσω τον άλυσο για να με φτάνει να την πιάσω που το λαιμό, να την τραβήσω, να καρφώσω τα νύσια μου στα μάθκια της. Να την κάμω να πονέσει, να φκάλει κραυγή απελπισίας τζαι πόνου, να λυώσει σαν το τζερί η φάτσα της η απρόσωπη τζαι η γερασμένη.
Μια φορά μόνο θέλω, μια ευκαιρία τζαι εν ναν χαμένη που σιέρι, ξέρω το. Έκαμα το καλά το σχέδιο μου, εν έτοιμο. Όσο παράδοξη τζαι ακαταλαβήστηκη προσπαθεί να το παίξει, εγώ είμαι δέκα φορές παραπάνω. Εν να σε ξεγελάσω μια μέρα, ακούεις;
Τράβα με όπου θέλεις τωρά, κάμε με να νιώσω την αθλιότητα τζαι τη μιζέρια που μου έταξες εδώ τζαι χρόνια, δως μου να πιώ τζ’ άλλο που το μολυσμένο σου νερό, αντέχω το. Τόσο τζαιρό μαζί σου, να με θρέφεις με τα σκατά τζαι τες αρρώστιες σου, έκαμες μου γερά αντισώματα. Αντέχω τα ούλλα πιον. Αλλά να ξέρεις, φίλος σου ποττέ εν να θα γίνω. Για που εν να σε έχω εγώ διμμένη που το λαιμό, για εν να με έσιεις εσύ.
Προς το παρόν, φτύνω σου σαν είσαι γυρισμένη που την άλλη τζαι εν με θωρείς, χαμογελώ για λίο που τα θωρώ να τρέχουν πας τα μαύρα σου τα ρούχα τζαι πιάνω δύναμη.